poetenladen    poet    web

●  Sächsische AutobiographieEine Serie von
Gerhard Zwerenz

●  Lyrik-KonferenzDieter M. Gräf und
Alessandro De Francesco

●  UmkreisungenJan Kuhlbrodt und
Jürgen Brôcan (Hg.)

●  Stelen – lyrische GedenksteineHerausgegeben
von Hans Thill

●  Americana – Lyrik aus den USAHrsg. von Annette Kühn
& Christian Lux

●  ZeitschriftenleseMichael Braun und
Michael Buselmeier

●  SitemapÜberblick über
alle Seiten

●  Buchladenpoetenladen Bücher
Magazin poet ordern

●  ForumForum

●  poetenladen et ceteraBeitrag in der Presse (wechselnd)

 

Jorgos Seferis
  Luftfracht: griechisch-deutscher Lyriktransfer
  καταχώρηση από: Σπύρος Αραβανής


Jorgos Seferis

Jorgos Seferis (Pseudonym George Seferiades) wurde 1900 in Smyrna geboren und zog 1914 nach Athen. Mit achtzehn Jahren begann er Jura in Paris zu studieren. Nach dem Studium nahm er eine diplomatischen Laufbahn auf. Nach dem deutschen Invasion in Kreta 1941 ging er nach Südafrika, Ägypten und Italien. 1963 erhielt er den Literatur-Nobelpreis. Seine Beerdigung am 22. September 1971 in Athen war die erste Massen­demon­stration gegen die griechisch fa­schis­tische Dik­ta­tur. Werke: Wende (Στροφή), 1931 Die Zisterne (Στέρνα), 1932 Mythischer Lebens­bericht (Μυθιστόρημα), 1935 Übungsheft (Τετράδιο Γυμνασμάτων), 1940 Logbuch I (Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄), 1940 Logbuch II (Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄), 1944 Drossel (Κίχλη), 1947 Logbuch III – Zypern, wohin mich das Orakel wies (Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄), 1955 Drei geheime Gedichte (Τρία κρυφά ποιήματα), 1966 Übungsheft II (Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄), 1976
Von besonderer Bedeutung sind neben seinen Gedichten auch seine Essays und Tagebücher. „Ich glaube, dass die von Angst und Unruhe beherrschte Welt, in der wir Leben, die Dichtung braucht.“ sagt er in seiner Nobelpreisrede.

Ο Γιώργος Σεφέρης, φιλολογικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη, γεννήθηκε στη Σμύρνη, αλλά το 1914 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στα δεκαοκτώ του χρόνια έφυγε για να σπουδάσει νομικά στο Παρίσι. Μετά τις σπουδές του ακολούθησε τη διπλωματική καριέρα, γι’ αυτό έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από την Ελλάδα. Με την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων το 1941 ακολούθησε την ελληνική κυβέρνηση στην Κρήτη, στη Νότιο Αφρική, στην Αίγυπτο και την Ιταλία έως το 1944. Στα ελληνικά Γράμματα εμφανίστηκε το 1931 με τη συλλογή Στροφή και ακολούθησε η επόμενη συλλογή με τον τίτλο Στέρνα (1932). Ακολούθησαν οι συλλογές Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄ (1940) και τον ίδιο χρόνο το Τετράδιο Γυμνασμάτων, ενώ αργότερα το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ, Κίχλη, Τρία κρυφά ποιήματα και Τετράδιο Γυμνασμάτων.
Το 1947 τιμήθηκε με το Έπαθλο Παλαμά και το 1961 με το Βραβείο Foyle και είναι ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε το 1963 με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Η κηδεία του στις 22 Σεπτεμβρίου 1971 στην Αθήνα μετατράπηκε στην πρώτη μαζική εκδήλωση κατά της δικτατορίας.

Übersetzung: Jan Kuhlbrodt und Jorgos Kartakis
μτφρ. Jan Kuhlbrodt και Γιώργος Καρτάκης


1.

Der Hafen ist alt, ich kann nicht mehr warten
weder auf den Freund, der zur Insel mit den Kiefern fuhr,
noch auf jenen, der fuhr zur Insel mit den Platanen,
auch nicht auf den, der ging aufs offene Meer hinaus.
Ich streichle die verrosteten Kanonen, ich streichle die Ruder,
dass mein Körper lebendig wird und sich strafft.
Die Segeltücher riechen nur nach Salz
eines anderen Sturmes.

Selbst wenn ich allein sein wollte, die Einsamkeit suchte,
ersehnte ich doch nicht, meine Seele am Horizont
in Trümmer zerfallen zu sehen,
nicht diese Linien, diese Farben, diese Stille.

Die Sterne der Nacht bringen mir die Erwartung Odysseus zurück,
auf die Toten in den wilden Narzissen.
Als wir uns in die Narzissen hier legten, wollten wir die Schlucht finden,
die Adonis sah, als er verwundet.

* * *

Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα
ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια
ούτε το φίλο που έφυγε για τ΄ανοιχτά.
Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά
να ζωντανέψει το κορμί μου και ν΄αποφασίσει.
Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά
του αλατιού της άλλης τρικυμίας.

Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα
τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,
το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,
αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.

Τ΄άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία
του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ΄ασφοδίλια.
Μες στ΄ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ- πέρα
θέλαμε να βρούμε τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.


2.

Wir warteten
drei Jahre auf den Engel,
betrachteten gedankenverloren
die Kiefern aus der Nähe, das Meer und die Sterne.
Fest hatten wir die Pflugschar oder den Kiel des Schiffes im Auge,
hielten so Ausschau nach dem ersten Samen,
mit dem das uralte Drama von Neuem beginnt.

Wir kehrten gebrochen in unsere Häuser zurück
mit matten Gliedern, der Mund zerfurcht
durch Rostgeschmack und Salz.
Als wir erwachten, reisten wir nach Norden,
fremd dort versanken wir im Wirbel der Schwingen weißer Schwäne,
die auf uns einschlugen.
In den Winternächten machte uns der kräftige Ostwind
verrückt
und in den Sommern verloren wir uns in der Agonie
des nicht enden wollenden Tages.

Wir brachten
die Reliefs einer bescheidenen Kunst zurück.

* * *

Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ΄άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ΄αλετριού ή του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ΄ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας.
Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ΄άσπιλα φτερά
των κύκνων που μας πληγώναν.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας
της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας
που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αυτά τ΄ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής.


3.

Astyanax

Jetzt da du weggehst, nimm auch das Kind mit,
das das Licht unter dieser Platane erblickte,
an einem Tag als Hörner hallten und Waffen glänzten
und die verschwitzten Pferde senkten ihre Köpfe in die Tränke
und berührten mit feuchten Nüstern
die grüne Oberfläche des Wassers.

Die Ölbäume mit den Falten unserer Eltern
die Felsen mit dem Wissen unserer Eltern
und das pulsende Blut unseres Bruders auf der Erde:
diese reiche Reihung war eine hohe Freude den Seelen,
die um ihr Gebet wussten.

Jetzt da du weggehst, jetzt da der Tag der Vergeltung
anbricht, jetzt da niemand weiß,
wen er töten wird und wie er endet, nimm das Kind,
das das Licht unter den Blättern dieser Platane erblickte
und weihe es ein in das Studium der Bäume.

* * *

Αστυάναξ

Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι,
μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες κι έλαμπαν όπλα
και τ’ άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια.

Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα
ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.

Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιόν θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.


4.

Hier vollenden sich die Werke des Meeres, enden die Werke der Liebe.
Jene, die einmal hier leben, wo wir enden,
sollten, wenn in ihrem Gedächtnis das Blut schwarz hervorquillt,
uns nicht vergessen, auch unsere schwachen Seelen nicht zwischen Narzissen,
sie sollten der Opfer Köpfe zur Finsternis wenden:

Wir, die wir nichts hatten, werden sie Frieden lehren


Dezember 1933 – Dezember 1934

* * *

Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια,
ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.


Δεκέμβρης 1933 - Δεκέμβρης 1934


5.

Flucht

Es war keine andere als unsere Liebe,
sie verging, kam wieder und brachte uns
ein Augenlid, halb geschlossen einzeln,
ein steinernes Lächeln, verloren

im morgendlichen Gras
eine sonderbare Muschel,
die unsere Seele beharrlich zu erklären versucht.
Unsere Liebe war nicht anders,
tastete ruhig in den Dingen, die uns umgaben

versucht zu erklären, warum wir um keinen Preis
sterben wollen.
Auch wenn wir uns an den Lenden fassten,
auch wenn wir mit ganzer Kraft den Anderen umhalsten,
auch wenn wir unseren Atem

mit dem Atem des Anderen mischten,
auch wenn wir unsere Augen schlossen,
sie war keine andere
als nur dieser tiefe Kummer, dass wir uns
auf der Flucht
aneinander klammerten.

* * *

Φυγή

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.
Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν

να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.
Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα

εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας,
δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.



6.

Kind

Als ich heranwuchs, quälten mich die Bäume
was grinst ihr so? Kam euch der Frühling in den Sinn?
zu schwer für kleine Kinder?
mir gefielen die grünen Blätter sehr
ich denke, dass ich ein wenig gebildet
weil das Löschpapier auf meiner Schulbank
auch so grün war

mich ärgerten die Wurzeln,
wenn sie kamen in der Wärme des Winters
sich um meinen Körper zu schlingen
ich hatte als Kind keinen anderen Traum;
so lernte ich meinen Körper kennen

* * *

Παιδί

Όταν άρχισα να μεγαλώνω με βασάνιζαν τα δέντρα
γιατί χαμογελάτε; πήγε ο νους σας στην άνοιξη που είναι σκληρή
για τα μικρά παιδιά;
μ’ άρεσαν πολύ τα πράσινα φύλλα
νομίζω πως έμαθα λίγα γράμματα
γιατί το στουπόχαρτο πάνω στο θρανίο μου
ήταν κι εκείνο πράσινο

με βασάνιζαν οι ρίζες των δέντρων
όταν μέσα στη ζεστασιά τού χειμώνα
ερχόντανε να τυλιχτούν γύρω στο κορμί μου
δεν έβλεπα άλλα όνειρα σαν ήμουν παιδί΄
έτσι γνώρισα το κορμί μου.


7.

Postskriptum

Aber sie haben so bleiche Augen ohne Wimpern
und ihre Arme sind dünn wie Bambustriebe.

Herr, lass uns bitte nicht allein mit ihnen! Ich erkannte
die hellen Stimmen unserer Kinder die bei Tagesanbruch
die grünen Hänge herab rennen
fröhlich wie Bienen und wie Schmetterlinge so bunt.
Herr, lass uns bitte nicht allein mit ihnen!
Deren Stimme es kaum vermag,
über ihre Lippen kriechen.
Sie klebt fest an ihren gelben Zähnen.
Dein sind das Meer und der Wind,
und der Stern der am Firmament prangt
Herr, lass uns bitte nicht allein mit ihnen,
denn sie wissen nichts von unserem Dasein
wie wir leben und unsere Wunden mit Kräutern heilen,
die wir auf den grünen Hängen sammeln,
die keine anderen sind, als jene, da in der Nähe;
dass wir so atmen, wie es uns zu atmen möglich ist
mit einem kleinen Gebet jeden Morgen
während unsere Gedächtnislücken
vom Meer geflutet werden –

Herr, lass uns bitte nicht allein mit ihnen!
Dein Wille soll anders geschehen.

* * *

Υστερόγραφο

Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούμενα σαν μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες, με τόσα χρώματα.
Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια.
Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ’ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε
ό,τι μπορούμε νά ειμαστε
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές,
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας·
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν’ ανασάνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
που βρίσκει τ’ ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης-

Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.


8.

Das Laub der Silberpappel

Εs zitterte stark als der Wind es verwehte
es zitterte stark, wie könnte es nicht erfasst werden vom Wind
drüben weit ein Meer

weit drüben eine Insel in der Sonne
und in den Händen die Ruder
sterben im Moment da die Insel auftauchte
und die Augen verschlossen

in Meeresanemonen.
Es zitterte derart,
ich suchte es
in der Zisterne mit dem Eukalyptus
im Frühling und im Herbst auch

und in nackten Wäldern,
mein Gott, ich suchte es

* * *

Το φύλλο της λεύκας

Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος
έτρεμε τόσο πώς να μην το πάρει ο άνεμος
πέρα μακριά μια θάλασσα

πέρα μακριά
ένα νησί στον ήλιο
και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
και τα μάτια κλειστά

σε θαλασσινές ανεμώνες.
Έτρεμε τόσο πολύ
το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο

σ’ όλα τα δάση γυμνά
θεέ μου το ζήτησα.


9.

[In den Meeresgrotten]

In Meeresgrotten liegt ein Durst,
liegt eine Liebe, wächst Erregung,
hart wie Muscheln alles

du kannst sie in die Hand legen.
In den Meeresgrotten sah ich dir über Tage in die Augen
und erkannte dich nicht, wie du mich nicht erkanntest.

* * *

[Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές…]

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση,
όλα σκληρά σαν τα κοχύλια

μπορείς να τα κρατήσεις στην παλάμη σου.
Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες.
Übersetzung: Jan Kuhlbrodt und Jorgos Kartakis

Druckansicht  Zur Druckansicht - Schwarzweiß-Ansicht    06.05.2014





 
    Jorgos Seferis
       Vorspann
  01   Sotirios Pastakas
    
hurensohn
χαμένο κορμί
  02   Katerina Aggelaki-Ruk
    
Vom Impuls der Inspiration
Η εμπειρία της έμπνευσης
  03   Dinos Christianopulos
    
Die Untote u.a.
Το χούφταλο
  04   Petros Golitsis
    
Horizont u.a.
ορίζοντα
  05   Jota Argyropulu
    
Umzug u.a.
Μετακόμιση
  06   Eleni Marinaki
    
Billiges Erz u.a.
Φτηνό Μετάλλευμα
  07   Spyros Arawanίs
    
Die Kerze u.a.
Το Κερί
  08   Maria Andreadelli
    
Der Blick u.a.
Το βλέμμα
  09   Pambos Kouzalis
    
Erinnerungen u.a.
Μνήμες
  10   Nikos-Alexis Aslanoglou
    
Nocturno u.a.
Nυκτερινό
  11   Glykeria Basdeki
    
Die Freunde und die Hunde
οι φίλοι και οι σκύλοι
  12   Wassilis Laliotis
    
Köpfe u.a.
Κεφάλια
  13   Jorgos Christodoulidis
    
Die Geigenkästen u.a.
Oι θήκες των βιολιών
  14   Sofia Giowanoglou
    
Flora Nocturna  u.a.
  15   Tassos Galatis
    
Meeresfriedhof u.a.
Θαλασσινό κοιμητήρι
  16   Jorgos Kalozois
    
Des Spiegels Blick u.a.
ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
  17   Jannis Varveris
    
Erotisches Testament u.a.
Ερωτική διαθήκη
  18   Alexandra Bakonika
    
Er befahl u.a.
Απαίτησε
  19   Katerina Gogou
    
25. Mai u.a.
25 ΜΑΪΟΥ
  20   Christos Laskaris
    
Du reist immer noch u.a.
Ταξιδεύεις ακόμα
  21   Leonidas Kakaroglou
    
DER PLATZ DER TOTEN u.a.
Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΠΕΘΑΜΕΝΩΝ
  22   Jenny Mastoraki
    
Verfall u.a.
Παρακμή
  23   Dimitrios Mouzakis
    
Trüffel unter dem Teppich
Τρούφα κάτω απ΄το χαλί
  24   Jorgos Seferis
    
Astyanax u.a.
Αστυάναξ
  25   Jorgos Chronàs
    
Endloser August
Πάντα είναι Αύγουστος
  26   Nikos Erinakis
    
Das Chaos in uns u.a.
Το χάος μέσα μας
  27   Tassos Livaditis
    
Novemberwind u.a.
Άνεμος του Νοεμβρίου
  28   Antonis Fostieris
    
Hinter unseren Augen
Πίσω απ΄τα μάτια μας
  29   Manolis Anagnostakis
    
Warten
Αναμονή
       Fortsetzung
    Monatlich weitere Autoren